Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση…


Ανθρωπο χωρίς σταυρό δεν γνώρισα.Άλλον με σταυρό μεγάλο και άλλον με σταυρό μικρό. Άλλον με σταυρό βαρύ και άλλον με ελαφρύτερο…Κάποιοι τον κουβαλάν αγόγγυστα. Κάποιοι δακρύζουν στα κρυφά. Κάποιοι από τον δρόμο καμιά φορά κουράζονται και ξαποσταίνουν. Άλλοι τον κουβαλούν στους ώμους. Άλλοι στη πλάτη. Και άλλοι αγκαλιά. Σφιχτά. Σχεδόν ερωτικά…Και κάποιοι άλλοι, τον σέρνουν τον σταυρό τους…Πάντως όλοι κάτι κουβαλούν. Όλοι κάτι έχουν.

Το θέμα είναι να μην παραιτηθείς. Το θέμα είναι να μην πετάξεις κάτω τον σταυρό σου. Να σε βρει το τέλος, το πέρασμα, και τα χέρια σου να κρατάνε ακόμα το σταυρό…. Τον σταυρό που σου έχει λάχει.Αυτό είναι το θέμα. Και αν καμιά φορά φτάνεις στο ''αμήν'', σήκωνε ψηλά τα μάτια. Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση αδερφέ μου. Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση…

 Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος


 

Ὁ Ἀντίχριστος θά προσφέρει στήν ἀνθρωπότητα τήν πιό μεγάλη ἐπίγεια εὐημερία καί εὐδαιμονία

 

 Ο Αντίχριστος θα προσφέρει στην ανθρωπότητα την πιό μεγάλη επίγεια ευημερία και ευδαιμονία, θα προσφέρει τιμές, πλούτη, μεγαλεία, σωματικές ανέσεις και σαρκικές ηδονές. Όσοι επιζητούν τα επίγεια αγαθά, θα τόν δεχθούν και θα τον ονομάσουν κύριό τους...

Αγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ(1807-1867)

(Ἀσκητικές Ὁμιλίες Β´. Έργα 8 σελ, 153)


Ἀκάθιστος ὕμνος. Ποιἀ εἶναι τά κυριότερα στοιχεία του; Γιατί ψάλλεται μέσα στήν Μ. Τεσσαρακοστή;


Με την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου εκδηλώνονται ευχαριστίες και εγκώμια στο πρόσωπο της Παναγίας. Αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές. Και τα δύο χαρακτηρίζονται ως αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας , που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.

(Δημιουργοί)

Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια) . Πηγές του Ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας ενώ ο συνθέτης, ο χρόνος και η αιτία της σύνθεσης του Ύμνου, παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές. Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίνουν οι σχετικές πηγές , ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους.

(Περιεχόμενο)

Ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές , οι ειρμοί των οποίων είναι:
α) Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος,
γ΄) Τούς σούς υμνολόγους Θεοτόκε,
δ') Ό καθήμενος εν δόξη επί θρόνου θεότητος,
ε΄) Εξέστη τά σύμπαντα, επί τή θεία δόξη σου,
στ΄) Την θείαν ταύτην καί πάντιμον,
ζ΄) Ουκ ελάτρευσαν, τή κτίσει οι θεόφρονες,
η΄) Παίδας ευαγείς εν τή καμίνω,
θ΄) Άπας γηγενής, σκιρτάτω τώ πνεύματι,

Ο «Ακάθιστος Ύμνος»: περιλαμβάνει το Απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει,» , το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,» , τους 24 Οίκους (στροφές) σε αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και δύο Εφύμνια (η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός) το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια».

(Δομή)

Οι περιττοί Οίκοι (αυτοί που αρχίζουν από τα στοιχεία Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) αποτελούνται από 18 στίχους , οι 5 πρώτοι στίχοι περιέχουν την διήγηση , οι επόμενοι 12 στίχοι αποτελούν τους Χαιρετισμούς στη Θεοτόκο και ο 18ος είναι το εφύμνιο « Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» . Οι άρτιοι Οίκοι (που αρχίζουν από τα στοιχεία Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) έχουν 5 στίχους ως διήγηση και το εφύμνιο «Αλληλούϊα» .

Τους χαιρετισμούς αυτούς τους απευθύνουν: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (Α, Γ), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως έμβρυο ακόμα (Ε), οι ποιμένες (Η), οι Μάγοι (Ι), οι πιστοί που ερύσθησαν από τα είδωλα (Λ), οι πιστοί γενικά (Ν, Ο, Ρ, Τ, Φ, Ψ).

Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης :

Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα
Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το «χαῖρε», στην Θεοτόκο (Α)
Εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β)·
Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητο βουλή του Θεού (Γ)
Και η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την απειρόγαμο Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ).
Η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε).
Ο Ιωσήφ, ο μνηστήρ της Παρθένου, ταράσσεται από την ζάλη των αμφιβόλων λογισμών, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ).
Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον αμνό του Θεού (Η).
Ο θεοδρόμος αστέρας δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής (Θ), αυτοί τον προσκυνούν (Ι)
Και δι᾿ άλλης οδού αναχωρούν για την Βαβυλώνα, οι θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Στην Αίγυπτο ο φυγάς Κύριος συντρίβει τα είδωλα και με τον φωτισμό της αληθείας διώχνει το σκότος του ψεύδους (Λ).
Και ο Άγ. Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό καί λαμβάνει την ποθητή απόλυσι (Μ) 

Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα
Η νέα κτίσις, που δημιουργεί ο Λόγος του Θεού με την σάρκωση Του, δοξολογεί τον δημιουργό (Ν).
Ο παράξενος -«ὁ ξένος» - τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να ξενωθούν από τον κόσμο και να μεταθέσουν τον νού των στον ουρανό (Ξ).
Όλος ήταν στην γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε (Ο).
Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρωπήσεως και την κοινωνία του Θεού και των ανθρώπων (Π).
Οι σοφοί και ρήτορες του κόσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας νά εξηγήσουν το μυστήριο του παρθενικού τόκου (Ρ).
Ο Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο –άνθρωπος θέλοντας να σώσει τον κόσμο (Σ).
Η Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τείχος των παρθένων και όλων των πιστών (Τ).
Κανείς ύμνος δεν μπορεί να πληρώσει τον φόρο του χρέους στον Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα, που μας καθοδηγει στην γνώση του Θεού (Φ).
Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να του δώσει χάρη και συγχώρηση (Χ).
Η δοξολογία προς τον Υιό συνδέεται και προς την ανύμνηση του έμψύχου ναού Του, της Θεοτόκου (Ψ).
Ο Ύμνος κλείνει με μία θαυμαστή αποστροφή προς την Παρθένο: «Ὦ πανύμνητε μῆτερ ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον,..»


Γιατί όμως ψάλλεται την Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής , αλλά με την εορτή του Ευαγγελισμού, που εμπίπτει όμως πάντοτε μέσα στη κατανυκτική αυτή περίοδο.
Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγο του πένθιμου χαρακτήρος της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψη η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικώς κατά τα Απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε' εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευης ανήκει λειτουργικώς στο Σάββατο, ημέρα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ημέρες της εβδομάδος των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μεταφέρονται οι εορτές της εβδομάδος.

Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελούμε και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής.

Πηγές :
1. (Από το βιβλίο του Ἰ.Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ).
2. Οικουμενικόν Πατριαρχείον - Χαιρετισμοί
Πηγή: Ορθόδοξες Απαντήσεις


 

Γιατί πάσχουν οι αθώοι;


Οι δοκιμασίες ενός αγαθού και αθώου ανθρώπου αποτελούν ένα από τα δύσκολα προβλήματα που θέτει ο παρών κόσμος στον σκεπτόμενο άνθρωπο.
Βλέποντας έναν καλό άνθρωπο να υποφέρει, ένας καλός άνθρωπος συμπάσχει μαζί του, καθώς αισθάνεται συμπάθεια. Και έτσι από το ένα πρόβλημα αναδύεται ένα άλλο: για ποιό λόγο υποφέρει και αυτός; Αντιλαμβανόμενος κάτι τέτοιο εκείνος που η πίστη του είναι αδύναμη, πέφτει σε πειρασμό. Και βλέποντάς το αυτό, ένας άνθρωπος που έχει ροπή προς την αμαρτία λύνει το ζήτημα κατά τρόπο επικίνδυνο γι’ αυτόν: ποιό το όφελος, λέει, να είναι κανείς ενάρετος; Έτσι εκείνος που ρέπει στην απιστία λύνει το ακατανόητο πρόβλημα με ένα άλλο ασύγκριτα πιο ακατανόητο, λέγοντας ότι η τύχη κυβερνά τον κόσμο και τα έργα των ανθρώπων.
Ω εσύ, που είσαι ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες! Ω εσύ, η πιο αγνή από τις θυγατέρες των ανθρώπων! Ακόμη και σε σένα ο σοφός γέρων Συμεών δεν δίστασε να θέσει τούτο το ζήτημα, λέγοντας: « Ναι, μια ρομφαία θα διαπεράσει και την δική σου καρδιά». Εκείνη η ημέρα,- εκείνη η τρομερή και φοβερή ημέρα, αλλά συνάμα ημέρα σωτηρίας- έλυσε για σένα το πρόβλημα αυτής της προφητείας. Οι άκανθοι του στεφάνου του Ιησού, τα καρφιά του σταυρού Του, η λόγχη που τον τρύπησε, οι πληγές Του, η οδυνηρή Του αναφώνηση, η ματιά Του καθώς πέθαινε- αυτά είναι τα σπαθιά που τρύπησαν την μητρική σου καρδιά τόσο βαθιά, όσο τέλεια ήταν η αγάπη σου, όσο ασύγκριτη ήταν η αγνότητά σου.
Και τώρα που κατοικείς στη θεία δόξα του Υιού σου, το πρόβλημα του ασύγκριτου γεγονότος σού έχει ήδη εξηγηθεί: επειδή τώρα στο φως του Θεού θεωρείς γιατί ήταν απαραίτητο ακόμη και η δική σου καθαρή καρδιά να τρυπηθεί από τη ρομφαία, και πως αυτό εναρμονίζεται με την άπειρη σοφία, τη δικαιοσύνη και το έλεος της Θείας Πρόνοιας, καθώς και με τη δική σου αιώνια ευτυχία.
Ω εσύ, μητέρα του Φωτός! Φέρε μας εδώ κάτω μια σπίθα από το φως του Χριστού, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε κι εμείς το μυστήριο των επίγειων θλίψεων και καταστροφών, όχι τόσο γιατί θα το επιθυμούσε η περιέργειά μας, όσο γιατί είναι αναγκαίο για την ειρήνη και την σωτηρία μας.
Δεν θα υπήρχε κακό στον κόσμο, ούτε συμφορές στους ανθρώπους, αν δεν υπήρχε η αμαρτία· « δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν» (Ρωμ. 5, 12), λόγος στον οποίο περιέχεται το σύνολο των επίγειων θλίψεων και συμφορών. Εξ  αιτίας της αμαρτίας ο άνθρωπος καταδικάστηκε σε αναγκαστικό και εξουθενωτικό μόχθο, αντί για μια ελεύθερη και εύκολη άσκηση: « εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου»( Γεν. 3, 19). Η αμαρτία γέννησε την ασθένεια: «εν λύπαις τέξη τέκνα» ( Γεν. 3, 16). Η αμαρτία γέννησε το θάνατο: « από του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ’ αυτού. Η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» ( Γεν. 2, 17).
Όμως ο άνθρωπος έχοντας χάσει την ευχαρίστηση της πρωτογενούς, αγνής του ύπαρξης, όπως και αυτή του σύμπαντος, έχασε και την κατανόηση της. Όπως το ψάρι που κινείται στο νερό, δεν γνωρίζει την καλύτερη και τελειότερη ζωή των ζώων που αναπνέουν τον αέρα, έτσι και η δυστυχισμένη ψυχή του ανθρώπου, βυθισμένη στον παχυλό και διεφθαρμένο κόσμο, και ζώντας σε αυτόν όπως το ψάρι στο νερό, δεν γνωρίζει την αιθέρια και αδιάφθορη ζωή του Παραδείσου. Από εδώ προέρχονται οι αμφιβολίες του νου, που διαλογίζεται βασισμένος μονάχα στις φυσικές του δυνάμεις, όσον αφορά στην πραγματικότητα μιας τέτοιας ζωής και στην δυνατότητα ύπαρξης της……
Μετά το γενικό ερώτημα των δοκιμασιών της ανθρωπότητας, όπως το γιατί οι δοκιμασίες υπάρχουν στο κράτος της Πρόνοιας, ο ερευνητικός νους θέτει δύο ιδιαίτερα ερωτήματα: πρώτον, γιατί υποφέρουν και οι αθώοι; Δεύτερον, γιατί εκείνοι που είναι ένοχοι δεν υποφέρουν ανάλογα με την ενοχή τους, και γιατί συχνά αυτοί που είναι λιγότερο ένοχοι υποφέρουν πολύ περισσότερο;
Προς τούτο  ας εξετάσουμε την ανθρωπότητα, όχι με τη δική μας επιφανειακή ματιά, αλλά με τη βαθιά διεισδυτική ματιά των ανθρώπων που έχουν λάβει φώτιση από ψηλά. Με ποιά όψη εμφανίζεται η ανθρωπότητα σ’ αυτούς; «Πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» ( Ρωμ. 2, 23) λέγει ο άγιος Παύλος. «Τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου» ρωτά ο Ιώβ και απαντά: «Αλλ’ ουδείς. Εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης» ( Ιώβ 14, 4-5). «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησεν με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50, 7) εξομολογείται ο Δαυίδ, χωρίς να φοβάται από αυτή τη διακήρυξη να καταπατήσει το νόμο της τιμής πρός τους γονείς.  
Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ήδη αμαρτήσει με τον Αδάμ, ο οποίος καθώς γέννησε παιδιά αφού είχε αμαρτήσει, δεν μπορούσε να μεταβιβάσει σε αυτούς, χωρίς ένα θαύμα, εκείνο πού πλέον δεν κατείχε- την αγνότητα και το αδιάφθορον. Μα τους μεταβίβασε φυσικά αυτό που είχε και ο ίδιος- την αμαρτία και τη φθορά. Ίσως κάποιος από μας θα προσπαθούσε να ρωτήσει: «Πως είμαστε λοιπόν ένοχοι, έχοντας άθελα μας κληρονομήσει από τον Αδάμ την αμαρτία και τη φθορά;» Σε ένα τέτοιο, αν προσέχει τον εαυτό του, θα μπορούσε να του απαντήσει, αντί για μένα, η συνείδησή του, και να σφραγίσει τα χείλη του, γιατί η συνείδησή του μπορεί να επισημάνει στη ζωή του καθενός στιγμές που δεν ήμασταν πιστοί στις καλές παρορμήσεις μας, οι οποίες παρέμειναν ισχυρές ακόμη και μετά την κληρονομική κατάπτωση. «Μείζων εστίν ο Θεός της καρδίας ημών και γινώσκει πάντα». Και διακρίνει σε εμάς ακόμη κι εκείνες τις λεπτές ηθικές ακαθαρσίες, τις οποίες η συνείδηση, που περισσότερο ή λιγότερο έχει σκληρυνθεί, δεν μπορεί καν να αντιληφθεί. «Εάν ανομίας παρατηρήσης, Κύριε, Κύριε, τις υποστήσεται;» (Ψαλμ. 129, 3).
Με αυτή την σκέψη, το ερώτημα «Γιατί υποφέρουν και οι αθώοι;» όχι μόνο απαντάται, αλλά και ακυρώνεται. Διότι, αν κρίνουμε δίκαια, δεν υπάρχουν αθώοι επί της γης, και κατα συνέπεια όλοι εκείνοι που υποφέρουν, υποφέρουν γιατί λίγο-πολύ είναι ένοχοι, εκτός από Έναν, «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν», και του οποίου τα πάθη, απολύτως μυστικά, έχουν μια εξαιρετικά ευλογημένη σημασία για μας, διότι « Αυτός δε ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών και μεμαλάκισται διά τας ανομίας ημών. Παιδεία ειρήνης ημών επ’ αυτόν, τω μώλωπι αυτού ημείς ιάθημεν» (Ησαΐας 53, 5). Αυτός σήκωσε και φέρει τα βάρη που μας συνθλίβουν, κατορθώνοντας ταυτόχρονα να μας σηκώσει από την πτώση μας.
Όσο για το ερώτημα: « Γιατί άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι ενδεχομένως αναμάρτητοι, αλλά σε όλες τις εξωτερικές τους εκδηλώσεις αθώοι, υποφέρουν μερικές φορές υπέρμετρα;» απαντώ: Ποιός μπορεί να κατηγορήσει τη Θεία Πρόνοια για υπερβολή σε κάτι τέτοιο; Αν παραδεχτούμε ότι αυτός που υποφέρει δεν είναι αναμάρτητος, και αν ξέρουμε πως κάθε αμαρτία είναι μια παράβαση του νόμου, και γι’ αυτό μια ανταρσία κατά του θελήματος του Θεού, του Νομοθέτη, μια επανάσταση στη βασιλεία του Θεού, μια προσβολή εναντίον της αιώνιας μεγαλειότητος του Θεού, τότε πείτε μας, ποιά αμαρτία είναι τόσο μικρή για τον πρόσκαιρο πόνο, και ποιός πρόσκαιρος πόνος τόσο μεγάλος για την αμαρτία;
Κανείς δεν διαφωνεί πως όλες οι αμαρτίες δεν είναι εξίσου βαρειές και πως υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί ενοχής σε αμαρτίες του αυτού είδους. Όμως, ποιός ανάμεσά μας είναι ικανός να ζυγίσει ακριβοδίκαια αυτό το βάρος και να καθορίσει σωστά αυτό το βαθμό; Είναι απαραίτητο επομένως να βάλουμε στη ζυγαριά και να υπολογίσουμε, όχι μόνο την ορατή πράξη, αλλά και τις μή ορατές προθέσεις. Την κρυμμένη πρόθεση, την κρυφή σκέψη, την δύναμη και την αστάθεια, τη γνώση και την άγνοια, τις βοήθειες και τα εμπόδια, τη γοητεία που ασκεί το κακό και την ενθάρρυνση για το καλό, την έλλειψη προσοχής για τα πράγματα που δεν καταλάβαμε ακόμη και την απιστία σε αυτό που έχουμε διδαχτεί από την πείρα. Ισχυρογνωμοσύνη και μετάνοια, σκληροκαρδία και μεταμέλεια. Όμως για ποιόν είναι όλα αυτά δυνατά, εκτός από Εκείνον μόνο, τον ετάζοντα καρδίας και νεφρούς, τον Πανταχού Παρόντα και Παντογνώστη; Για να είμαστε επίσης σε θέση να μετρήσουμε το βάρος του πόνου, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας, εκτός από την ορατή του όψη, τον βαθμό ευαισθησίας αυτού που υποφέρει. Την ανεπάρκεια, την απουσία παρηγοριάς, ή αντιθέτως την αφθονία της, και κατά πόσο για τον εξωτερικό παρατηρητή υπάρχει στην παρηγοριά όριο και μέτρο. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να μιλάμε για υπερβολικό πόνο ανάλογο με το βάρος της αμαρτίας, αν όχι τυχαία και περιστασιακά;
Ο Θεός ορίζει τη ζωή του ανθρώπου, που μολύνθηκε από την αμαρτία, όχι μόνον ως Κριτής, του οποίου θα έρθει η ώρα με τη συντέλεια, αλλά ακόμη, και κυρίως, ως Μέγας Ιατρός, ο οποίος είναι Παρών σήμερα. Για το λόγο αυτό ορίζει στον άνθρωπο μέτρο δοκιμασίας και θλίψεως, μερικές φορές όχι μόνο ως ανταμοιβή των έργων του, αλλά σαν δόση φαρμάκου, ικανού να υπερνικήσει τη δύναμη της αμαρτωλής ασθένειας…
Επιπλέον, ο Μέγας Ιατρός προσφέρει τον Εαυτό του για τη θεραπεία της ασθένειας της ψυχής, όχι μόνο όταν είναι εμφανής, αλλά το βλέμμα Του διεισδύει στα βάθη της ψυχής που είναι αθέατα, στην ψυχή την ίδια, και ανιχνεύει εκεί το μικρό σπέρμα της αμαρτίας, πάθους, ισχυρογνωμοσύνης, αυτοϊκανοποιήσεως, ακόμη και το παραμικρότερο κράμα κακίας και ακαθαρσίας με καλές προθέσεις και διαθέσεις, και τραβά έξω, μέσω της δοκιμασίας, εκείνα τα άρρωστα στοιχεία, που μπορούν να θεραπευτούν, ώστε η ψυχή να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη αγνότητα.
Μήπως δεν συμβαίνει να βλέπουμε ανθρώπους με τακτοποιημένη ζωή, που έχουν θεληματικά καταφύγει στο Θεό, να αποστερούνται από κάτι που πολύ αγαπούν- όπως για παράδειγμα, παιδί ή σύζυγο, επίγεια τιμή, δόξα ή περιουσία-, να παραδίδονται τόσο πολύ στη θλίψη, ώστε να επικεντρώνουν όλη τη ζωή τους σ’ αυτήν, και να μην είναι πλέον σε θέση να δυναμώσουν τον εαυτό τους μ’ εκείνες τις λογικές σκέψεις που δεν είχαν ανάγκη πρίν; … Τί σημαίνει αυτό; Ότι αγαπούσαν υπέρμετρα τους αγαπημένους τους, ότι τους αγαπούσαν περισσότερο από το Θεό, μολονότι δεν είχαν συνείδηση αυτού του πράγματος ούτε οι ίδιοι. Τα παιδιά τους, ο σύζυγος ή η σύζυγος, η τιμή, η δόξα ή η περιουσία ήταν τα είδωλα της καρδιάς τους. Τί απομένει λοιπόν σε Αυτόν, ο οποίος γνωρίζει την καρδιά και αγαπά τη ψυχή, από το  να πάρει από μας το είδωλό μας, να αποσπάσει, ακόμη κι αν αυτό είναι τόσο οδυνηρό, την υπερβολική αγάπη για το πλάσμα από τη ψυχή, την οποία επιθυμεί να την γεμίσει θεϊκή αγάπη; Εκείνος αγαπά, ευσπλαγχνείται, αποκαθαίρει, θεραπεύει και προετοιμάζει για την ευτυχία. Ενώ εμείς κοιτάζουμε και λέμε: « Πόσο σκληρή είναι η επίσκεψή Του!».
Τέλος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν παθήματα που καθιστούν εντελώς αδύνατη την ερώτηση: « Για ποιό λόγο, για ποιό σκοπό;» Για τα οποία δεν χρειάζεται να κατηγορήσουμε έναν άνθρωπο, μα πρέπει να μάθουμε να δικαιώνουμε την Θεία Πρόνοια. Τέτοιες είναι οι δοκιμασίες του Ιώβ, των προφητών, των Αποστόλων, της Αγίας Παρθένου…
Πόσο παρηγορητικό και αξιόπιστο πειστήριο παρέχει η συνείδηση, όταν η φωτιά της δοκιμασίας δεν μπορεί να βλάψει το χρυσάφι της. Όταν στην κάμινο του πόνου η αγάπη πρός τον Θεό καίει πιο λαμπρά. Όταν, μέσω της εξωτερικής νέκρωσης της φύσεως, λάμπει εκεί η εσωτερική της χάριτος, και ο ουρανός που κατοικεί στον άνθρωπο στερεώνει μέσα του την ελπίδα του παραδείσου.
Πιστέψτε, ω εσείς άπειροι, ότι εκείνοι οι άνθρωποι δεν ψεύδονται, όταν μιλούν για την χαρά μέσα στον πόνο, και όταν στη φωτιά της δυστυχίας ψάλλουν και προσεύχονται στον Θεό με την ίδια βεβαιότητα, ελευθερία και αγαλλίαση, όπως έκαναν οι τρεις παίδες εν καμίνω στη Βαβυλώνα.

(«Η Θεολογία της καρδιάς» – Άγιος Φιλάρετος Μόσχας, Κηρύγματα και Ομιλίες, Εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήναι 2008).


 

π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (†) - Η ζωή είναι ένα στάδιο αγώνων


Γνωρίζετε κανέναν Άγιο που να μη πόνεσε και να μη πέρασε μέσα στο καμίνι, να μη δοκιμάστηκε στο χωνευτήρι που λέγεται πόνος; Και μεις να μη νομίζουμε ότι έτσι, χωρίς καμιά δική μας υπομονή και καρτερία στις φουρτούνες της ζωής, θα προοδεύσουμε πνευματικά. 

Πρέπει να μάθουμε την αξία και το νόημα της ζωής σαν ένα στάδιο αγώνων πριν από τη μετάβασή μας στον ουρανό. Να θυμηθούμε ότι είναι σοφό και αληθινό αυτό που λέγεται: «Είχε δάσκαλο τον πόνο και έμαθε πολλά».

Η αμαρτία είναι εκείνη που μας εμποδίζει να πιστέψουμε, όχι η λογική. Γι’ αυτό αν πεις σ’ έναν άπιστο να ζήσει έξι μήνες κατά την ηθική του Ευαγγελίου, και το κάνει, θα γίνει πιστός χωρίς να το καταλάβει.

Το: «Δεν υπάρχει Θεός» το λένε συνήθως άνθρωποι φαύλοι και ανήθικοι. Ούτε βρέθηκε ούτε θα βρεθεί άνθρωπος ηθικός, εγκρατής, ενάρετος κλπ. που να λέει τόσο εύκολα: «Δεν υπάρχει Θεός!»

Έχουμε την εντύπωση ότι εμείς σήμερα είμεθα ελεύθεροι. Αλλά είμεθα στην πραγματικότητα; Εμείς, βέβαια, δεν έχουμε, αφεντικά της παλαιάς εποχής, αλλά είμεθα δούλοι, λίγο ή πολύ στα πάθη μας. Ο άλλος βλέπει κάτι στην τηλεόραση και λέγει: «Αύριο θα πάω να αγοράσω αυτό, που διαφημίζεται», χωρίς να του χρειάζεται. Αυτό λέγεται ελευθερία; Όταν η γυναίκα βλέπει την μία ή την άλλη στην τηλεόραση ν’ αλλάζουν «μοντελάκια» και λέγει: «Δεν μπορώ να πάω με το ίδιο φόρεμα σε δύο γάμους», αυτό είναι ελευθερία;

Πιστεύουμε θεωρητικά σε έναν Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα, αλλά στην πράξη είμεθα ειδωλολάτρες. Λατρεύουμε είδωλα, είτε το είδωλο λέγεται μόδα, είτε λέγεται καταναλωτισμός, είτε λέγεται αφθονία, είτε οτιδήποτε άλλο.

Αφέντη έχουμε πάντα. Ή τον Θεό ή τον διάβολο και τα πάθη μας. Ελευθερία έχει ο άνθρωπος μόνο ως προς τις επιλογές του: Να διαλέξει αφεντικό ή τον Χριστό ή τον διάβολο. Από εκεί και έπειτα αρχίζουν οι υποχρεώσεις και στη μία περίπτωση και στην άλλη. Πολλοί αποκαλούν καταπίεση τις υποχρεώσεις του Χριστιανισμού. Εμείς οι Χριστιανοί μιλάμε για αγώνα.

Μην έχεις πολύ εμπιστοσύνη στη λογική σου. Άφησε τον Θεό να κατευθύνει τα βήματά σου. Όταν ο άνθρωπος επιθυμεί να κάνει το θέλημα του Θεού, Αυτός βρίσκει τρόπους να του το δείξει.

Να έχουμε επίγνωση των μέτρων μας. Πολλοί το παθαίνουν αυτό. Βλέπουν σ’ έναν ασκητή ότι έκανε κάποια πολύ βαριά, πολύ αυστηρή άσκηση: «Να την κάνω, και εγώ». Μα είναι στα μέτρα σου αυτή η άσκηση; Ή μήπως σε κλέψει ο διάβολος «εκ δεξιών»; Το συζήτησες με τον Πνευματικό σου, αν πρέπει να κάνεις αυτή τη μεγάλη άσκηση; Υπάρχει κίνδυνος να πλανηθείς.

Μπορούμε; Είναι στα μέτρα μας αυτό που θέλουμε να κάνουμε;

Αυτοί που ενσυνείδητα παραθεωρούν το θέμα της νηστείας, χωρίς να έχουν λόγους υγείας, πολύ φοβάμαι ότι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Είναι τόση η αξία της νηστείας, ώστε και αν ακόμη δεν είχε θεσπισθεί από την Εκκλησία, θα έπρεπε να τη θεσπίσει τώρα, και όχι θεσμό καθιερωμένο ήδη από αιώνες, ο οποίος έχει αναδείξει τόσους Αγίους, να ζητάμε να τον καταργήσουμε ή να τον αλλοιώσουμε!

Μη συμβιβάζουμε τα ασυμβίβαστα για να αποφύγουμε τον σταυρό και να εξασφαλίσουμε το χουζούρι μας. Μην αναζητούμε μαξιλαράκια για να αναπαύουμε την ένοχη συνείδησή μας. Διότι τότε ο Θεός θα επιτρέψει και σκληρές δοκιμασίες να υποφέρουμε και αμοιβή στον ουρανό να μην έχουμε.

Οι Πατέρες λέγουν: Όλες οι μάχες κερδίζονται με επίθεση. Η μόνη μάχη που κερδίζεται με την φυγή είναι η μάχη κατά της σαρκός.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Εφραίμ Χαλή, Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΣ Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ Ι. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη.