Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Να εκτιμάς, γιατί αλλιώς θα (το) χάσεις


 Μεγάλο πράγμα η ευγνωμοσύνη. Βλέπεις να χάνονται σχέσεις ολάκερες από την έλλειψή του. Η εκτίμηση. Λέξεις βαριές. Δυνατές έννοιες, που ίσως να μην μπορούν όλοι να αντέξουν. Αυτό βέβαια κοστίζει. Χάνεις στιγμές, χάνεις δουλειές, στηρίγματα και ανθρώπους. Και το τελευταίο είναι που πονάει πιο πολύ από όλα. Γιατί όταν ξέρεις ότι κάποιος ήταν εκεί για σένα και τώρα δεν είναι, πονάει. Πονάει πολύ όταν χάνεις κάποιον που σε αγαπούσε, από δικό σου λάθος.

Το βάρος της λέξης “ευγνωμοσύνη” το σηκώνει πάντα αυτός που δεν εκτιμήθηκε. Eκείνος που δεν εκτίμησε όμως, θα έχει πάντα το βάρος των τύψεων. Κανείς δεν μένει χωρίς να σηκώνει κάτι. Ο καθένας τον “σταυρό” του. Ακόμη και αυτοί που είναι “αναίσθητοι” φαινομενικά, κάτι σηκώνουν. Κάτι τους έκανε να επιδεικνύουν την αναισθησία τους ως το πιο σημαντικό τους απόκτημα. Μπορεί η πληγωμένη τους καρδιά, που τώρα πια είναι ερμητικά κλειστή. Μπορεί και όχι. Όμως σίγουρα κάτι σηκώνουν.

Συνήθως οι άνθρωποι γίνονται εγωιστές λόγω του φόβου τους. Επειδή παλιότερα εξαπατήθηκαν, δεν εμπιστεύονται ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο φόβος τους κάνει να φέρονται άδικα, ύπουλα και πολλές φορές απάνθρωπα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι κακοί άνθρωποι. Κανείς δεν είναι άλλωστε καλός ή κακός άνθρωπος. Απλά ανά περίπτωση βγάζει τον κακό ή τον καλό εαυτό του.

Αν επιβληθείς στο εγώ σου και δεν επιτρέπεις στον κακό σου εαυτό να “βγαίνει” και τόσο συχνά, όλα γύρω σου θα έχουν μεγαλύτερη αρμονία και περισσότερη δικαιοσύνη. Ίσως τότε να μάθεις να εκτιμάς ό,τι έχεις, για να έχεις ό,τι εκτιμάς. Ίσως τότε οι άνθρωποι να μην “χαλάνε” ο ένας τον άλλον, λόγω έλλειψης αγάπης. Ίσως. Εσύ πάντως να εκτιμάς. Να εκτιμάς και δεν θα χάσεις.

Της Ηλέκτρας Αστέρη

Ψωροκώσταινα: Ποια ήταν η γενναιόδωρη Ελληνίδα που έσωσε δεκάδες ορφανά από την πείνα;


Μπορεί σήμερα το να αναφερόμαστε σε κάποιον ώς «Ψαροκώσταινα» να έχει μία χροιά κακομοιριάς και απαξίωσης, κυρίως για να αποδώσει την άσχημη κατάσταση της χώρας, όμως το πρόσωπο της αναφοράς κάθε άλλο παρα απαξίωση εξέπεμπε. Η Πανωραία Χατζηκώστα, ήταν μία ηρωική και αξιέπαινη Ελληνίδα που εζησε τα χρόνια της επανάστασης.

Η Πανωραία Χατζηκώστα, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, έζησε στα δύσκολα της ελληνικής Επανάστασης. Το 1821, μετά την καταστροφή του Αϊβαλιού από τους Τούρκους, μεγάλο μέρος του πληθυσμού του σφαγιάστηκε και το υπόλοιπο βρήκε σωτηρία στα Ψαρά.

Τόσο τον άντρα της, Κώστα Αϊβαλιώτη, πλούσιο έμπορο, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Η ίδια πάμφτωχη και ολομόναχη, βρέθηκε αρχικά στα Ψαρά, απ’ όπου πήρε και το προσωνύμιο Ψαροκώσταινα και έπειτα στο Ναύπλιο.

Εκεί, ξεκινά ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης, για την άλλοτε αρχόντισσα, καθώς για να βγάλει το ψωμί της, αναγκάζεται να κάνει την αχθοφόρο και την πλύστρα. Παρά τα προβλήματά της όμως, παίρνει υπό την προστασία της ορφανά παιδιά αγωνιστών, τα οποία για να τα θρέψει, γυρνά από σπίτι σε σπίτι και ζητιανεύει.

Τα χαμίνια της παραλίας την παίρνουν στο κατόπι και την φωνάζουν Ψωροκώσταινα. Το 1826, ενώ μαίνονταν η πολιορκία του Μεσολογγίου από τον Ιμπραήμ, διενεργήθηκε έρανος στην κεντρική πλατεία της πόλης, για την ενίσχυση των αποκλεισμένων μαχητών. Οι υπεύθυνοι μάταια ζητούσαν από τον πολύπαθο λαό να βάλει το χέρι στην τσέπη. Η φτώχια και η εξαθλίωση ήταν συγκάτοικος σε κάθε ελληνικό σπίτι.

Το παρατσούκλι της μεγαλόκαρδης Πανωραίας, συχνά σήμερα παρομοιάζεται με την ένδεια της ελληνικής οικονομίας Τότε και ενώ κανένας δεν πλησίαζε το τραπέζι, η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, βγάζει το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και μαζί με ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της, τα ακουμπά στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής.

«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Η απρόσμενη αυτή χειρονομία έκανε κάποιον από το πλήθος να αναφωνήσει:

«Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο.

Ένας, ένας όλοι άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά, ότι είχε ο καθένας από το υστέρημά του.

Έπειτα από το περιστατικό του εράνου, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή.

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψαροκώσταινα. Ο συσχετισμός αυτός άρεσε και έμεινε.

Αργότερα, επί της βασιλείας του Όθωνα, οι αγωνιστές συνήθιζαν να αποκαλούν ειρωνικά την βαυαρική αντιβασιλεία «Ψωροκώσταινα» και αυτή γεμάτη περιφρόνηση ανταπαντούσε, σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν, «όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν».


 

«Πίσω από τους ανθρώπους που έχουμε βλάψει συναντάμε πάντοτε τον Θεό»


Ο Κύριος μας συνέδεσε άρρηκτα τη συγχώρηση που παρέχει Θεός με αυτή που οφείλουμε να παρέχουμε σ’ όσους μας έχουν προκαλέσει κακό.

Στην πραγματικότητα, τα αμαρτήματα για τα οποία ζητάμε συγχώρηση από τον Θεό αφορούν, τις περισσότερες φορές, κακά που έχουμε προξενήσει στους ανθρώπους.

Συνεπώς, οφείλουμε να ζητάμε συγχώρηση γι’ αυτά όχι μόνο από τον Θεό αλλά και από όσους έχουμε βλάψει με τις αμαρτίες μας.

Σε διαφορετική περίπτωση ο Θεός δεν μας συγχωρεί.

Πίσω από τους ανθρώπους που έχουμε βλάψει συναντάμε πάντοτε τον Θεό, και πίσω από τις αμαρτίες που διαπράττουμε έναντι του Θεού βρίσκουμε πάντοτε τους ανθρώπους.

Παραβαίνοντας το θέλημα του Θεού, κάμπτουμε τις ηθικές αντιστάσεις των ανθρώπων δίνοντάς τους ένα κακό παράδειγμα.

Ο άνθρωπος που συμπεριφέρεται ανάρμοστα στον Θεό, κάνει το ίδιο και στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, ενώ συμβάλλει στην αύξηση της αδιαφορίας τους προς τον Θεό.

Έτσι, προκειμένου να μας συγχωρήσει για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει ενώπιόν του, ο Θεός μάς ζητά να αιτούμαστε πρώτα τη συγχώρηση από τους συνανθρώπους μας.

Αν όμως προκειμένου να λάβουμε τη Θεία συγχώρηση έχουμε ανάγκη την ανθρώπινη, τότε και οι άλλοι άνθρωποι έχουν ανάγκη τη δική μας προκειμένου να λάβουν τη συγχώρηση από τον Θεό.

Για να λάβουμε τη συγχώρηση από τον Θεό πρέπει συγχρόνως να συγχωρέσουμε τις αμαρτίες των συνανθρώπων μας και να ζητήσουμε συγγνώμη από αυτούς που έχουμε βλάψει.

Δεν αρκεί να συγχωρούμε, χρειάζεται επιπλέον να ζητάμε τη συγχώρηση από τους άλλους.

Τόσο η μία όσο και η άλλη πράξη μας είναι πολύ δύσκολες.

Είναι πολύ πιο εύκολο να ζητάμε συγχώρηση από τον Θεό, διότι Εκείνος μας «επιβάλλεται», κατά κάποιον τρόπο, λόγω της μεγαλοπρέπειάς Του και επειδή εύκολα αναγνωρίζουμε την εξάρτησή μας από Εκείνον, σε θεωρητικό επίπεδο – δεν μιλώ για όσους δεν πιστεύουν αλλά για τους πιστούς.

Αντιθέτως είναι πολύ δύσκολο ακόμα και για εμάς τους πιστούς να αποφύγουμε την περιφρόνηση προς τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν μας επιβάλλονται προβάλλοντας το μεγαλείο τους με τρόπο εμφανή.

Ακόμα, ανάμεσα στις δύο πράξεις, τη συγχώρηση που οφείλουμε να δίνουμε στους άλλους ανθρώπους και την ανάγκη να ζητάμε τη δική τους συγχώρηση, η δεύτερη είναι η δυσκολότερη.

Όταν οι άλλοι μας ζητούν τη συγχώρηση, μοιάζουν να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και αυτό αγγίζει την καρδιά μας καθώς τονώνει την έπαρσή μας.

Όμως το να ζητάμε οι ίδιοι συγχώρηση μας υποχρεώνει να κατέλθουμε από το βάθρο της φαινομενικής ανωτερότητάς μας και να αναγνωρίσουμε την εξάρτησή μας από τους άλλους.

Η ίδια έπαρση κρύβεται τόσο πίσω από την άρνησή μας να συγχωρήσουμε όσο και από τη δυσκολία να ζητήσουμε συγχώρηση.

Όμως δίνοντας άφεση δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι παραιτούμαστε από την έπαρσή μας ενώ αν κάνουμε ένα βήμα παραπάνω φτάνοντας να ζητήσουμε εμείς συγχώρηση τότε έχουμε εξαλείψει κάθε ίχνος της έπαρσής μας.

Σε αυτή μονάχα την περίπτωση η καρδιά μας συγκινείται ειλικρινά και ολοκληρωτικά χωρίς κανένα αμφιταλαντευόμενο κίνητρο. Αρνούμενοι να δώσουμε ή να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών κάνουμε την ψυχή ολοένα και πιο σκληρή.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο η “Ανάγκη της συγχώρησης και η ανανέωση της Εκκλησίας”, του βιβλίου του π. Δημητρίου Στανιλοάε, “Προσευχή και Ελευθερία” των εκδόσεων Εν Πλω. Μετάφραση Βασίλης Αργυριάδης.

Π. Δημήτριος Στανιλοάε


 

Οι Έλληνες ήρωες του 1821 σκεφτόταν και μιλούσαν σαν Έλληνες (Δέσπω Τζαβέλλα)


Tην εποχή που οι τούρκοι πολιορκούσανε το Μεσολόγγι, οι Σουλιώτες είχανε βγάλει από μέσα τις οικογένειές τους και τις είχανε ασφαλίσει στον κάλαμο. Μαζί ήτανε και οι οικογένειες των Τζαβελλαίων με αρχηγό τη Δέσπω Τζαβέλλα.

Το Μ. Σάββατο έφτασε στον Κάλαμο το τρομερό μαντάτο. Σε κάποια μάχη που γίνηκε στο Μεσολόγγι σκοτώθηκαν και τα δυο παιδιά της Δέσπως, ο Κίτσος και ο Ζυγούρης.

Οι άλλες γυναίκες μόλις έμαθαν την είδηση , άρχισαν τους θρήνους και τα μοιρολόγια. Σε μια στιγμή όμως βλέπουν έκπληκτες την ηρωική μητέρα να σηκώνεται και να τους λέει επιτακτικά:

«Πάψτε μωρές τα κλάματα. Τα παιδιά μου πήγανε συνοδεία στο Χριστό , που θα τα πάει στον Παράδεισο, γιατί πέσαμε για την Πατρίδα! Σηκωθείτε να βάψουμε τα αυγά μη μας οργιστεί ο Θεός.»

Κι η ηρωική μητέρα άρχισε να ετοιμάζει τις βαφές και τα τσουκάλια. Οι άλλες Σουλιώτισσες σηκώθηκαν ντροπιασμένες και άρχισαν να την βοηθούν.

Αλλά καθώς οι γυναίκες ήτανε απασχολημένες με τη βαφή των αυγών, φτάνει κάποιος μαντατοφόρος από το Μεσολόγγι. Στάθηκε μια στιγμή, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και γυρίζοντας στη Δέσπω:

«Δεν είναι τίποτε καπετάνισσα, φώναξε. Τα παιδιά είναι καλά με τη δύναμη του Θεού. Μονάχα ο Ζυγούρης λαβώθηκε στο χέρι.

Μα δεν είναι τίποτα σοβαρό» Οι γυναίκες τριγύρισαν χαρούμενες τη Δέσπω. Κι εκείνη, σοβαρή, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς, σήκωσε τα χέρια της και ακούστηκε να ψιθυρίζει:

-Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω.


 

«Αυτή η παράδοση είναι το θησαυροφυλάκιο που κλείνει μέσα του και φυλάγει στον αιώνα την αθάνατη ψυχή μας…»


Όπως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χαρακτήρα, έτσι και κάθε έθνος έχει κι αυτό το δικό του χαρακτήρα. Τον πιο ζωηρό χαρακτήρα και τον πιο ιδιόρρυθμο τον έχει η πατρίδα μας, η Ελλάδα.

Αυτή η Ελλάδα έχει μέσα της κάποια δύναμη δραστική, που δεν την έχει κανένα έθνος.

Κι αυτή η δύναμη της είναι δύναμη πνευματική. Δεν είναι μονάχα η εξυπνάδα, αλλά είναι προπάντων η φλόγα της καρδιάς και κάποια ιδιαίτερη σεμνή καρτερία της ψυχής, που δε βρίσκεται σε κανένα λαό.

Πολλά έθνη έχουν μεγάλη ιστορία. Μα όποιος διαβάζει την ιστορία της Ελλάδας νομίζει πως τον τραβά μια ανεξήγητη δύναμη, γλυκιά και ποιητική, σαν ένας μαγνήτης που δεν ξέρει που είναι κρυμμένος.

Απορεί, διαβάζοντας πολέμους και σκληρά βάσανα, πού βρίσκεται αυτή η μυστηριώδης πηγή απ’ όπου αναβρύζει τόση ποίηση που τον μαγεύει και τον κάνει να την αγαπήσει. Αυτό το μυστήριο μάγεψε τον κόσμο όλο και ιόν έκανε να παραμιλά για την Ελλάδα.

Και το πιο μικρό επεισόδιο της ιστορίας μας, το πιο τιποτένιο περιστατικό, ένας απλός λόγος που είπε ο Μιλτιάδης, ή ο Επαμεινώνδας, ένα ρητό που είπε ο χρηστός Φωκίωνας, μία χειρονομία που έκανε ο Αγησίλαος, μια απλή προσευχή που είπε ο Παλαιολόγος, παίρνουν τέτοια σημασία στις ψυχές όλων των ανθρώπων, που ζούνε σ’ όλη τη ζωή τους μ’ αυτά, σαν τα παιδιά που θυμούνται έως τα γηρατειά τους κάποια παραμύθια που γλυκάνανε τη φαντασία τους.

Τι είναι λοιπόν τούτη η μαγική ουσία που έχει μέσα της αυτή η Ελλάδα και κάνει  τον κόσμο να νιώθει σαν δική του ιστορία την ιστορία της;

Είναι αυτό το άπιαστο πνεύμα που έχουμε μέσα μας όλοι οι Έλληνες, αυτό που έχετε κι εσείς, και που μπαίνει σε κάθε πράξη σας, σε κάθε σκέψη σας, σε κάθε αίσθημα σας, φυσικά κι αβίαστα, απροσπάθητα, χωρίς καν να το καταλάβετε. Αυτό το ήθος, αυτή η φυσική ουσία που μας δώρισε ο θεός, είναι στολισμένη με κάποιες μυστηριώδεις χάρες, που αγιάζουνε τον πόνο, ημερεύουνε το θάνατο, νοστιμεύουνε το καθετί που δημιουργούμε, μ’ ένα λόγο «κάνουμε την έρημο ν’ ανθίσει» κατά το λόγο του προφήτη Ησαΐα. Κι αυτά όλα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά μέσ’ από το αίμα, μα πιο πολύ με κάποια ιερή και καταπληκτική λειτουργία που λέγεται Ελληνική παράδοση.

Αυτή η παράδοση είναι το θησαυροφυλάκιο που κλείνει μέσα του και φυλάγει στον αιώνα την αθάνατη ψυχή μας, την αθάνατη καρδιά μας.

Μ’ αυτή ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε. Αυτή έκανε τον τυφλό τον Όμηρο να δείξει στους ανθρώπους που είχανε μάτια τη μυστική ομορφιά του κόσμου, αυτή έκανε τον Αισχύλο να πετά απάνω από τη γη σαν αετός χρυσοφτέρουγος, αυτή έκανε τον Μεγαλέξανδρο να ‘χει τον Όμηρο κάτω από το προσκέφαλο του και να ζήσει μια ζωή τριάντα μονάχα χρονών σαν ένα εξαίσιο παραμύθι που βάσταξε αιώνες, αυτή έκανε τον Πολύκλειτο και τον Φειδία και τον Λύσιππο να μεταμορφώσουν σε ανθρώπους τα λιθάρια της Ελλάδας, αυτή έκανε τον Θουκυδίδη να κλαίγει από χαρά ακούγοντας τον Ηρόδοτο να διαβάζει την ιστορία του, αυτή έκανε τον Κολοκοτρώνη να φορά την περικεφαλαία σαν αρχαίος Έλληνας και να πολεμά χαμογελώντας, αυτή έκανε τον Ρήγα να βγάζει φωτιά από το στήθος σαν τον αρχαίο Πίνδαρο, αυτή έκανε τον Νικηταρά, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Τζαβέλλα, τον Ησαΐα Σαλώνων να κλαίνε απάνω στα αρχαία λιθάρια, και να ποθούνε να πεθάνουνε αντρειωμένα πολεμώντας για το βασανισμένο και το ατίμητο χώμα που κληρονομήσανε.

Και δεν έφτασε πως η Ελλάδα τιμήθηκε με την ανθρώπινη δόξα και στάθηκε η χαρά και η ελπίδα της οικουμένης, αλλά σαν ήρθε ο Χριστός στον κόσμο τιμήθηκε και με θεϊκή δόξα, γιατί αυτή την αγαπημένη θυγατέρα Του διάλεξε ο θεός για να της παραδώσει το Ευαγγέλιο του και να της παραγγείλει να το κηρύξει σ’ όλο τον κόσμο με τη δική της τη γλυκύτατη γλώσσα, που την άπλωσε ο Μεγαλέξανδρος κατά θεϊκή οικονομία, μέχρι την Ινδία και τη Βακτριανή.

Το Βυζάντιο στάθηκε το χρυσό παλάτι απ’ όπου βγήκε η νέα λάμψη του Ελληνισμού.

Ο σκοτεινιασμένος και ξεραμένος κόσμος, πάλι ξανάνθισε σαν περιβόλι μοσχοβολημένο, κι ο σπόρος ήταν ο ένας κι ακατάλυτος σπόρος της ζωής, ο Ελληνικός.

Αυτό έκανε το μεγάλο ποιητή της Ιταλίας Λεοπάρδη να πει κατάπληκτος, γράφοντας για το βυζαντινό φιλόσοφο Πλήθωνα:

«Ακατάλυτη και τρομερή δύναμη Ελλάδα! Χωρίς το δικό σου πνεύμα, τίποτα δε γίνεται στον κόσμο. Όλα τα γονιμοποιείς εσύ. Για μια στιγμή φαίνεται πως πεθαίνεις, κι άξαφνα παρουσιάζεσαι πάλι ολοζώντανη και δροσερή εκεί που δε σε περίμενε κανείς!»

Φώτης Κόντογλου